Μπορούμε να τα καταφέρουμε. Αρκεί να μην επικαλεστούμε το δικαίωμα της σιωπής

Μπορούμε να τα καταφέρουμε. Αρκεί να μην επικαλεστούμε το δικαίωμα της σιωπής

Άρθρο στο «RThess» - 12/01/2026

Στην εξεταστική επιτροπή που διενεργείται στον Ελληνικό Κοινοβούλιο αναφορικά με το σκάνδαλο των επιδοτήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ ακούσαμε επανειλημμένα την επίκληση των εξεταζόμενων στο περίφημο πια «δικαίωμα της σιωπής».

 

Μια φράση θεμιτή μεν στη νομική της διάσταση αλλά απολύτως αδιανόητη όταν αναφέρεται στο δημόσιο βίο και στη λειτουργία της Δημοκρατίας. Όπως εξίσου αδιανόητα είναι αυτά που βιώνουμε σήμερα στην πατρίδα μας, μετά από 6 χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη της διαρκούς αβεβαιότητας, όμως, υπάρχει μια σταθερά, κάτι που είναι σίγουρο και βέβαιο για όλους μας. Και αυτό είναι η πεποίθηση ότι σε μια χώρα που δοκιμάζεται θεσμικά, κοινωνικά και ηθικά, οι πολίτες είναι μόνοι που δεν έχουν πλέον το δικαίωμα της σιωπής.

Γιατί γνωρίζουν, παρατηρούν, αντιλαμβάνονται και – το κυριότερο – ζουν τις συνέπειες της καθημερινότητας. Όσο, λοιπόν, και αν κάποιοι φιλοτέχνησαν σε μια επικοινωνιακή κατασκευή ένα «μεταρρυθμιστικό», «εκσυγχρονιστικό» και δήθεν «εταιρικό» προφίλ της σημερινής κυβέρνησης, η πραγματικότητα έχει πια αποκαλυφθεί.

Ο κ. Μητσοτάκης δεν είναι ο Έλληνας Μακρόν.

Είναι, δυστυχώς, ο εκφραστής μιας μεσογειακής εκδοχής ενός συγκεντρωτικού, αδιαφανούς και βαθιά πελατειακού μοντέλου εξουσίας, ντυμένου με δήθεν ευρωπαϊκά συνθήματα. Ο πρωθυπουργός μιας χώρας που μοιάζει όλο και περισσότερο με μια μικρή Κολομβία των Βαλκανίων.

Απέναντι σε αυτή την οπισθοδρόμηση, κανένας μας δεν διαθέτει το άλλοθι της άγνοιας, ούτε το δικαίωμα της σιωπής.

Δεν μπορεί και δεν πρέπει να σωπάσει κανείς απέναντι στο σκάνδαλο των υποκλοπών. Όχι μόνο επειδή παρακολουθήθηκαν ανώτατοι στρατιωτικοί, οικονομικοί παράγοντες, πολιτικά πρόσωπα, ακόμα και μέλη της ίδιας της κυβέρνησης, δημοσιογράφοι και θεσμικοί παράγοντες, αλλά επειδή αποδείχθηκε πόσο επιδερμικά, πρόχειρα και προσχηματικά αντιμετωπίστηκε η διερεύνηση αυτής της πρωτοφανούς θεσμικής εκτροπής. Οι πρόσφατες ενέργειες ενός γενναίου δικαστή στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών φωτίζουν τις σοβαρές ελλείψεις μιας έρευνας που γεννά περισσότερα ερωτήματα από απαντήσεις.

Δεν υπάρχει δικαίωμα της σιωπής απέναντι σε ένα κράτος που λειτουργεί με «χασάπηδες», «φραπέδες» και δήθεν αγρότες που οργώνουν τα χωράφια των επιδοτήσεων με Ferrari. Γιατί την ώρα που κάποιοι έστησαν μηχανισμούς διασπάθισης κοινοτικών πόρων μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι πραγματικοί αγρότες και κτηνοτρόφοι βλέπουν τα εισοδήματά τους να εξανεμίζονται και τα ζώα τους να θανατώνονται εξαιτίας της παντελούς απουσίας ουσιαστικής κρατικής παρέμβασης για την επιδημία της ευλογιάς. Ταυτόχρονα, οι νόμιμες επιδοτήσεις δεν καταβάλλονται, γιατί κάποιοι άλλοι πρόλαβαν να βάλουν χέρι στο δημόσιο χρήμα.

Αυτό δεν είναι απλώς κακοδιαχείριση. Είναι κοινωνική αδικία. Μια κοινωνική αδικία που αφορά όλη την κοινωνία, από το χωράφι μέχρι το ράφι.

Και είναι αυτό ακριβώς το σημείο, μπροστά από το ράφι ή το γκισέ ενός σουπερμάρκετ, όπου σίγουρα δεν μπορεί να σωπάσει κανείς μας απέναντι στην ακρίβεια που δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι πολιτική επιλογή.

Είναι το αποτέλεσμα ενός κράτους που δεν ελέγχει την αγορά, που ανέχεται τα καρτέλ, που αφήνει ανεξέλεγκτες τις ενδιάμεσες αλυσίδες, που επιδοτεί την αισχροκέρδεια αντί να προστατεύει τον παραγωγό και τον καταναλωτή. Όταν ο αγρότης πιέζεται ασφυκτικά και ο καταναλωτής πληρώνει πανάκριβα, κάποιος ενδιάμεσα κερδίζει. Και αυτός σίγουρα δεν είναι η κοινωνία.

Το ίδιο σιωπητήριο δεν μπορεί να υπάρχει ούτε στην ελευθερία του Τύπου. Γιατί δεν υπάρχει Δημοκρατία που λειτουργεί με σιωπές. Όταν η περίφημη «λίστα Πέτσα» καθιέρωσε ένα σύστημα επιβράβευσης φίλιων μέσων και αποκλεισμού κάθε  διαφορετικής φωνής, τότε δεν μιλάμε απλώς για πρόβλημα ενημέρωσης. Μιλάμε για οργανωμένη υπονόμευση της πολυφωνίας και της δημοκρατικής λογοδοσίας.

Δεν το λέμε εμείς, δεν το λέει η αντιπολίτευση. Το λένε οι New York Times που τόσο αρέσουν στον  Πρωθυπουργό.

Και ο προβληματισμός για το δημόσιο διάλογο και τους όρους με τους οποίους αυτός διεξάγεται δυστυχώς δεν σταματά εκεί, αλλά φτάνει μέχρι τον ευτελισμό της κοινοβουλευτικής λειτουργίας. Είτε αυτή λέγεται εξεταστική επιτροπή για τα Τέμπη, είτε εξεταστική για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Όταν η κυβερνητική πλειοψηφία μετατρέπει το Κοινοβούλιο από χώρο αναζήτησης της αλήθειας σε μηχανισμό συγκάλυψης και συμψηφισμών, τότε πλήττεται ο ίδιος ο πυρήνας της Δημοκρατίας. Οι εξεταστικές δεν υπάρχουν για να κλείνουν υποθέσεις, αλλά για να τις ανοίγουν στην κοινωνία – με όρους διαφάνειας και λογοδοσίας. Αντίθετα, όμως, μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με κάποιο δυστοπικό επεισόδιο από το Narcos ή το Breaking Bad.

Η σιωπή απέναντι σε όλα αυτά όμως, δεν είναι ουδέτερη στάση. Είναι συνενοχή.

Γι’ αυτό σήμερα απαιτείται συμμετοχή, διάλογος, πολιτική εγρήγορση. Πρέπει και οφείλουμε όλοι μας, να δημιουργήσουμε χώρο ώστε να ακουστούν εκείνοι που τόσα χρόνια μένουν στο περιθώριο: οι νέοι που μεταναστεύουν, οι αγρότες που παλεύουν να επιβιώσουν, οι εργαζόμενοι που βλέπουν το κράτος να λειτουργεί επιλεκτικά, οι πολίτες που νιώθουν ότι η χώρα απομακρύνεται σταθερά από το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Η σιωπή πρέπει να σπάσει και οι φωνές μας πρέπει να ενωθούν.

Η χώρα δεν θα αλλάξει με την αδράνεια. Δεν θα αλλάξει αν σωπάσουμε, αλλά μόνο αν μιλήσουμε, αν μετατρέψουμε την κριτική σε δράση και σχέδιο για την πολιτική αλλαγή που έχει τόσο ανάγκη ο τόπος μας και οι άνθρωποι του.

Άλλωστε, η δίκαιη, ανθρώπινη και ισχυρή κοινωνία δεν χτίζεται από χέρια που επαιτούν για κάποιο pass ή επίδομα. Χτίζεται από χέρια που σφίγγονται σε μια γροθιά.

Μπορούμε να τα καταφέρουμε. Αρκεί να μην επικαλεστούμε το δικαίωμα της σιωπής.

About the author: Argyro