Την ανάγκη για θεσμικές και χρηματοδοτικές παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν ουσιαστικά τον ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη διαχείριση των αδέσποτων ζώων ανέδειξε ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Μανώλης Χριστοδουλάκης, με σχετική ερώτηση που κατέθεσε προς τον Υπουργό Εσωτερικών.
Αφορμή για την παρέμβασή του αποτέλεσαν τα πορίσματα της 1ης Πανελλήνιας Συνάντησης Εργασίας για τα Αδέσποτα Ζώα, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή άνω των 300 εκπροσώπων από 160 δήμους της χώρας. Στη συνάντηση αναδείχθηκαν κρίσιμες δυσλειτουργίες στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, σοβαρές ελλείψεις σε χρηματοδότηση και επιχειρησιακή υποστήριξη, καθώς και έντονες πιέσεις που δέχονται τα αιρετά και υπηρεσιακά στελέχη των ΟΤΑ.
Ο κ. Χριστοδουλάκης επισημαίνει ότι ο νόμος 4830/2021 υιοθετήθηκε χωρίς επαρκή διαβούλευση με τους ΟΤΑ, παρότι τους ανατέθηκε σχεδόν αποκλειστικά η ευθύνη για τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων. Το αποτέλεσμα είναι ένα πλαίσιο δυσλειτουργικό, υπέρμετρα γραφειοκρατικό και δύσκολα εφαρμόσιμο στην πράξη, το οποίο εκθέτει νομικά τους υπαλλήλους και τους αιρετούς. Επιπλέον, η κρατική χρηματοδότηση κρίνεται ανεπαρκής, αφού σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία καλύπτει μόλις το 16,8% των ετήσιων αναγκαίων δαπανών, με το υπόλοιπο 83,2% να επιβαρύνει τους δημοτικούς προϋπολογισμούς, σε βάρος άλλων τομέων κοινωνικής πολιτικής.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην αυξανόμενη ποινικοποίηση αιρετών και υπαλλήλων των ΟΤΑ για περιστατικά με αδέσποτα ζώα, ακόμα και όταν δεν υπήρχε δυνατότητα πρόβλεψης ή αποτροπής της επιθετικής συμπεριφοράς. Η νομοθεσία αποδίδει καθολική ευθύνη στους δήμους, αγνοώντας κρίσιμες παραμέτρους και η αναθεώρηση της σχετικής διάταξης κρίνεται απαραίτητη.
Η ερώτηση του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ αναδεικνύει επίσης την ανάγκη συνολικής αναθεώρησης του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου με ουσιαστική συμμετοχή της Αυτοδιοίκησης. Παράλληλα, επισημαίνεται ως προβληματική η δυνατότητα παράδοσης δεσποζόμενων ζώων στους δήμους έναντι εφάπαξ ποσού, η οποία στην πράξη ενισχύει φαινόμενα νόμιμης εγκατάλειψης και επιβαρύνει περαιτέρω τις ήδη κορεσμένες δομές των ΟΤΑ.
Επιπρόσθετα, σοβαρό προβληματισμό προκαλεί το φαινόμενο της συστηματικής δικαστικής στοχοποίησης στελεχών της Αυτοδιοίκησης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για θεσμική προστασία των εργαζομένων στους δήμους, οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε ανθυγιεινές και επικίνδυνες συνθήκες χωρίς την πρόβλεψη σχετικής αποζημίωσης ή υποστηρικτικών μέτρων.
Ο κ. Χριστοδουλάκης τονίζει την απουσία ενός εθνικού σχεδίου πρόληψης και ελέγχου για τις ζωοανθρωπονόσους, οι οποίες εντείνονται λόγω της κλιματικής κρίσης και αποτελούν απειλή τόσο για τη δημόσια υγεία των ανθρώπων όσο και των ζώων. Χωρίς κεντρικό σχεδιασμό και με περιορισμένα μέσα, οι δήμοι καλούνται να αντιμετωπίσουν μόνοι τους μια δυσανάλογα μεγάλη πρόκληση.
Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ καλεί τον Υπουργό να απαντήσει εάν προτίθεται να προχωρήσει σε συνολική επανεξέταση του ν. 4830/2021, εάν σκοπεύει να τροποποιήσει το χρηματοδοτικό πλαίσιο ώστε οι κρατικές επιχορηγήσεις να καλύπτουν τουλάχιστον το 80% των επιλέξιμων δαπανών των δήμων· εάν προβλέπεται επανεξέταση νομικών ορισμών και κατά πόσο θα αναληφθούν πρωτοβουλίες για τη θεσμική αναμόρφωση της διαδικασίας παράδοσης δεσποζόμενων ζώων στους δήμους.
Επιπρόσθετα τον καλεί να προχωρήσει σε τροποποίηση του άρθρου 9 του ν. 4830/2021, ώστε η ευθύνη του ΟΤΑ να ενεργοποιείται μόνον εφόσον είχε προηγηθεί σχετική ενημέρωση για αδέσποτο ζώο με επικίνδυνη συμπεριφορά και παρέλειψε να δράσει σύμφωνα με τις νόμιμες υποχρεώσεις του.
Τέλος ο κ. Χριστοδουλάκης ρωτά τον Υπουργό αν σχεδιάζει να ενισχύσει θεσμικά τον ρόλο των δήμων στις 5μελείς Επιτροπές Διαχείρισης Αδέσποτων Ζώων, καθιερώνοντας τη λήψη αποφάσεων με πλειοψηφία και πώς προτίθεται να αποκαταστήσει τη λειτουργική σχέση συνεργασίας μεταξύ της Ειδικής Γραμματείας Ζώων Συντροφιάς και των ΟΤΑ·
Το ΠΑΣΟΚ επιμένει στη διαμόρφωση μιας σύγχρονης, επιστημονικά τεκμηριωμένης και κοινωνικά δίκαιης πολιτικής για τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων, με σεβασμό στους ανθρώπους της Αυτοδιοίκησης, τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και την προστασία της δημόσιας υγείας και του ζωικού πληθυσμού.
ΕΡΩΤΗΣΗ Αθήνα, 14 Ιουλίου 2025 Προς: Τον Υπουργό Εσωτερικών Θέμα: Ανάγκη θεσμικών και χρηματοδοτικών παρεμβάσεων για την αποτελεσματική διαχείριση των αδέσποτων ζώων από την Τοπική Αυτοδιοίκηση |
Κύριε Υπουργέ, Η διαχείριση των αδέσποτων ζώων συντροφιάς, αρμοδιότητα που έχει μεταβιβαστεί στην Τοπική Αυτοδιοίκηση από το 2003 (ν. 3170/2003), εξακολουθεί να αποτελεί ένα πεδίο σύνθετων προκλήσεων, τόσο διοικητικών όσο και θεσμικών. Τα προβλήματα αυτά αναδείχθηκαν εκτενώς κατά την 1η Πανελλήνια Συνάντηση Εργασίας για τα Αδέσποτα Ζώα, που πραγματοποιήθηκε στις 21 Μαρτίου, με τη συμμετοχή 300 και πλέον στελεχών από 160 δήμους της χώρας. Από τα συμπεράσματα και τις τεκμηριωμένες προτάσεις που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της συνάντησης, αναδείχθηκε ένα πλέγμα προβλημάτων που επιβαρύνει σοβαρά τη λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και παρεμποδίζει τη στοιχειώδη διαχείριση των ζητημάτων που αφορούν τα αδέσποτα ζώα. Εκπρόσωποι της Αυτοδιοίκησης τόνισαν ότι η ψήφιση του ν. 4830/2021 πραγματοποιήθηκε χωρίς ουσιαστική ή θεσμική διαβούλευση με τους ΟΤΑ, παρότι σε αυτούς μεταβιβάστηκε σχεδόν αποκλειστικά η ευθύνη της διαχείρισης των αδέσποτων. Αυτή η απουσία συνεννόησης οδήγησε σε ένα θεσμικό πλαίσιο με σοβαρές δυσλειτουργίες, έντονα γραφειοκρατικό και ενίοτε ανεφάρμοστο, που εκθέτει νομικά τα αιρετά και υπηρεσιακά στελέχη των δήμων. Εντονότατη ανησυχία προκαλεί η γενικευμένη ποινικοποίηση των ΟΤΑ, καθώς μεγάλος αριθμός αιρετών και υπαλλήλων έχουν κατηγορηθεί, παραπεμφθεί και καταδικαστεί για περιστατικά που δεν μπορούσαν να προβλέψουν ή να αποτρέψουν. Παρότι ο πληθυσμός των αδέσποτων ζώων είναι δυναμικός, ο νόμος προβλέπει καθολική ευθύνη του δήμου για κάθε ζημιά από ζώο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ουσιώδεις παράγοντες. Είναι αναγκαίο να επανεξεταστεί η σχετική διάταξη ώστε η ευθύνη να περιορίζεται σε περιπτώσεις όπου ο δήμος είχε ενημερωθεί για επικίνδυνο ζώο και δεν έπραξε τα προβλεπόμενα. Επιπρόσθετα, η ανεπαρκή κρατική χρηματοδότηση, η οποία σύμφωνα με στοιχεία του ΠΕΣΥΔΑΠ για το 2024, καλύπτει μόλις το 16,8% των πραγματικών ετήσιων λειτουργικών δαπανών των δήμων για τη φροντίδα των αδέσποτων ζώων, δημιουργεί ένα επιπλέον πρόβλημα. Το υπόλοιπο 83,2% καλύπτεται από ίδιους πόρους, γεγονός που προκαλεί σοβαρές επιβαρύνσεις στους δημοτικούς προϋπολογισμούς και εμποδίζει την ανάπτυξη άλλων κρίσιμων τομέων κοινωνικής πολιτικής. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ασάφεια κρίσιμων ορισμών μέσα στον νόμο όπως οι έννοιες «επικίνδυνο» και «επιθετικό» ζώο, οι οποίες είναι γενικόλογες και απουσιάζουν από επιστημονικές μελέτες και σχετικά συγγράμματα. Αυτό έχει ως συνέπεια την έκθεση των ΟΤΑ σε κατηγορίες ή παραλείψεις, ακόμα και όταν οι παρεμβάσεις τους είναι σύννομες και σύμφωνες με τις οδηγίες. Επίσης, η δυνατότητα παράδοσης δεσποζόμενων ζώων στους δήμους από τους ιδιοκτήτες τους, έναντι εφάπαξ ποσού, λειτουργεί ως έμμεσο κίνητρο εγκατάλειψης. Το μέτρο αυτό εντείνει τον κορεσμό των δημοτικών καταφυγίων και μεταφέρει αδικαιολόγητα το βάρος στους ΟΤΑ, χωρίς επαρκή οικονομική ή επιχειρησιακή πρόβλεψη. Σοβαρό προβληματισμό προκαλεί η συστηματική συμμετοχή φιλοζωικών οργανώσεων ως πολιτική αγωγή σε δίκες αιρετών και υπηρεσιακών στελεχών, ακόμη και όταν δεν υπάρχει αντικειμενική σύνδεση με τα περιστατικά ή τοπική παρουσία των οργανώσεων αυτών. Το φαινόμενο αυτό εντείνει την πίεση στους ανθρώπους της Αυτοδιοίκησης και δημιουργεί περιβάλλον αδικαιολόγητης δικαστικής στοχοποίησης. Σε αυτό το δυσμενές πλαίσιο, οι εργαζόμενοι των ΟΤΑ που ασχολούνται με τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων παραμένουν χωρίς την αναγκαία θεσμική προστασία. Παρά τις ανθυγιεινές, επικίνδυνες και επιβαρυντικές συνθήκες εργασίας, δεν προβλέπεται ειδικό επίδομα, ούτε ενισχυτικά μέτρα στήριξης, κάτι που αποτελεί σοβαρό θεσμικό έλλειμμα. Ανάλογης σημασίας είναι και η ανάγκη επανασχεδιασμού του τρόπου λειτουργίας των 5μελών Επιτροπών Διαχείρισης Αδέσποτων Ζώων, οι οποίες λόγω της απαίτησης για ομοφωνία στις αποφάσεις, συχνά καταλήγουν σε πλήρη αδράνεια. Η επιβολή πλειοψηφίας και η ενίσχυση του ρόλου των ΟΤΑ εντός αυτών των επιτροπών κρίνεται επιβεβλημένη. Αναφορικά με τον ρόλο της Ειδικής Γραμματείας Ζώων Συντροφιάς, η οποία αν και συστάθηκε για να ενισχύσει τον θεσμό της διαχείρισης των αδέσποτων, σύμφωνα με πολλές τοποθετήσεις δεν έχει καταφέρει να καλλιεργήσει κλίμα εμπιστοσύνης και ουσιαστικής συνεργασίας με τους ΟΤΑ. Ο τρόπος λειτουργίας της, όπως διαπιστώνεται, συχνά εκλαμβάνεται ως εποπτικός και όχι υποστηρικτικός. Τέλος, ένα ακόμη προβληματικό σημείο αποτελεί η έλλειψη προληπτικής πολιτικής για την αντιμετώπιση των ζωοανθρωπονόσων, όπως η λεϊσμάνιαση, η λεπτοσπείρωση και άλλες, που ενισχύονται από τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης. Η απουσία εθνικού σχεδιασμού αφήνει τους δήμους ουσιαστικά αβοήθητους μπροστά σε φαινόμενα που αφορούν τη δημόσια υγεία, τόσο των ζώων όσο και των ανθρώπων. Κατόπιν των ανωτέρω, Ερωτάσθε κ. Υπουργέ
|
Ο ερωτών βουλευτής Μανώλης Χριστοδουλάκης |