Φίλες και φίλοι,
Με μεγάλη συμμετοχή πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση με θέμα «Περιβάλλον και Δημοκρατία», που συνδιοργανώσαμε με το Friedrich-Ebert-Stiftung (FES) και το Progressive Lab, αναδεικνύοντας την ανάγκη η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης να συνδεθεί με τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη και τη συμμετοχή των πολιτών.
Την εκδήλωση χαιρέτισε η Διευθύντρια του FES στην Ελλάδα, Ρεγγίνε Σούμπερτ, η οποία υπογράμμισε τη σημασία της ενίσχυσης του δημόσιου διαλόγου για τις σύγχρονες περιβαλλοντικές προκλήσεις και την ανάγκη διαμόρφωσης πολιτικών που συνδυάζουν τη βιωσιμότητα με τη δημοκρατική λογοδοσία και την κοινωνική συνοχή.
Στην ομιλία μου ανέδειξα ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς κοντά στην κλιματική κρίση, αλλά στον πυρήνα της, καθώς τα τελευταία χρόνια βιώνει όλο και πιο έντονα τις συνέπειές της, από τις καταστροφικές πυρκαγιές και τις πλημμύρες μέχρι τα ακραία καιρικά φαινόμενα και την αυξανόμενη πίεση στους φυσικούς πόρους. Όπως τόνισα, η κλιματική κρίση δεν αποτελεί μια περιφερειακή πολιτική προτεραιότητα, αλλά όρο επιβίωσης για τις επόμενες γενιές.
Κεντρικός άξονας της παρέμβασής μου αποτέλεσε η έννοια της περιβαλλοντικής δημοκρατίας, υπογραμμίζοντας ότι η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να είναι μια ουδέτερη ή αποκλειστικά τεχνοκρατική διαδικασία, καθώς κάθε πολιτική επιλογή δημιουργεί διαφορετικές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Όπως ανέφερα χαρακτηριστικά, δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική πράσινη μετάβαση χωρίς περιβαλλοντική δημοκρατία.
Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασα τους επτά βασικούς άξονες της περιβαλλοντικής δημοκρατίας: τη δικαιοσύνη, με κοινωνική, γεωγραφική και διαγενεακή διάσταση, τη συμμετοχή των πολιτών και των τοπικών κοινωνιών τόσο στη λήψη των αποφάσεων όσο και στα οφέλη της ενεργειακής μετάβασης, τη διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα των βασικών φυσικών αγαθών, με προτεραιότητα το νερό, την ενίσχυση ισχυρών και ανεξάρτητων θεσμών, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία στη λήψη των περιβαλλοντικών αποφάσεων, την ουσιαστική προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας και, τέλος, τη διαμόρφωση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου που θα συνδυάζει την ανθεκτικότητα, τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσα στην ανάγκη οι πολίτες και οι τοπικές κοινωνίες να συμμετέχουν ενεργά στην ενεργειακή μετάβαση, όχι μόνο ως αποδέκτες των πολιτικών αλλά και ως συμμέτοχοι στην παραγωγή και στα οφέλη της καθαρής ενέργειας, μέσα από ενεργειακές κοινότητες και μηχανισμούς κοινωνικής ανταπόδοσης. Παράλληλα, υπογράμμισα ότι η προστασία του περιβάλλοντος προϋποθέτει ισχυρούς θεσμούς, διαφάνεια και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, ώστε η πράσινη μετάβαση να αποτελέσει εργαλείο κοινωνικής συνοχής, δημοκρατίας και βιώσιμης ανάπτυξης.