29/07/2021
Για το Ταμείο Ανάκαμψης:
Αύριο το πρωί (σ.σ σήμερα 30/07), ψηφίζεται στη Βουλή η κύρωση της Σύμβασης Χρηματοδότησης και Δανειακής Σύμβασης που αφορά το Ταμείο Ανάκαμψης. Σήμερα, δεν έχει γίνει καμία συζήτηση για το θέμα αυτό.
Εμείς πρώτοι θέσαμε την ανάγκη και διεκδικήσαμε να συγκροτηθεί ο μηχανισμός αυτός, να αξιοποιηθεί και να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.
Ποιο είναι όμως το πρόβλημα εδώ πέρα; Το πρώτο ζήτημα αφορά τις προτεραιότητες που θέτει η κυβέρνηση για την αξιοποίηση των πόρων, για τις οποίες εμείς διατυπώσει ξεκάθαρα τη διαφωνία μας, γιατί για ακόμα μια φορά ευνοούνται οι λίγοι και ισχυροί, και όχι οι μικρομεσαίοι, οι εργαζόμενοι και όσοι το έχουν πολύ περισσότερο ανάγκη. Δηλαδή, δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για αλλαγή του οικονομικού μοντέλου της χώρας, καμία πρόβλεψη για την ενίσχυση της εγχώριας ελληνικής παραγωγής και την αναβάθμιση της προστιθέμενης αξίας της, θέματα που έχουν τεθεί με δική μας εξειδικευμένη πρόταση, ήδη από τον περασμένο Σεπτέμβριο.
Το δεύτερο ζήτημα αφορά στο γεγονός ότι στο κείμενο που θα παρουσιαστεί στη Βουλή, στην επικείμενη συζήτηση, δυστυχώς ανακαλύπτουμε ότι υπάρχει μέσα σύνδεση της εκταμίευσης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, με δεσμεύσεις όπως οι «μνημονιακού» τύπου που μας κληροδότησε ο ΣΥΡΙΖΑ. Γίνεται λόγος για ενισχυμένη επιτήρηση που αφορά:
Δυστυχώς για όλα αυτά, δεν υπάρχει καμία συζήτηση, με ευθύνη της κυβέρνησης σε αυτό, ψηφίζεται 30 Ιουλίου, χωρίς διάλογο, και αποδεικνύεται για ποιον λόγο η κυβέρνηση δεν έφερε το θέμα αυτό σε επί της ουσίας διαβούλευση, τόσο με τα πολιτικά κόμματα, όσο και με τους θεσμικούς φορείς της οικονομίας και της κοινωνίας. Το ζήτημα λοιπόν που προκύπτει είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί φαίνεται ότι μιλάμε για δανειακές συμβάσεις οι οποίες θα έρθουν με δυσμενείς όρους επιτήρησης, κυρίως για τους ασθενέστερους, που αν εκπληρώνονται, μετά θα εκταμιεύονται τα λεφτά, προς όφελος των ισχυρότερων.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι για ακόμα μια φορά χάνουμε μία μεγάλη ευκαιρία να αξιοποιήσουμε τους πόρους αυτούς προς όφελος των πολλών.
Ειδικότερα για το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης:
Είδαμε από την κυβέρνηση ένα σχέδιο, το οποίο ικανοποιεί μεν τους γενικούς όρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά δεν έχει καμία επί της ουσίας αναφορά σε ότι αφορά την αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, με στόχο την ουσιαστική παραγωγική της ανασυγκρότηση. Είτε αυτό λέγεται εκσυγχρονισμός της πρωτογενούς παραγωγής, είτε εμβληματικά έργα στον τουρισμό, είτε κοινωνικές υποδομές οι οποίες απουσιάζουν παντελώς από τη χώρα, είτε στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, είτε προτάσεις για την ενίσχυση του εργατικού δυναμικού της χώρας, και πάρα πολλά άλλα τα οποία θα μπορούσαμε να πούμε.
Εμείς ως Κίνημα Αλλαγής, ήδη από τον περασμένο Σεπτέμβριο, καταθέσαμε μια εξειδικευμένη κι απόλυτα κοστολογημένη πρόταση, σε τέσσερις βασικούς άξονες που αφορούν τα άμεσα μέτρα στήριξης της οικονομίας, φορολογικά κίνητρα για την επανεκκίνηση της οικονομίας, ζητήματα κοινωνικών υποδομών και κοινωνικής προστασίας και την ολοκληρωμένη πρόταση μας για την πραγματική παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.
Άξονες που θα αξιοποιούν τα 32 δις του Ταμείου Ανάκαμψης και τα 40 δις του ΕΣΠΑ, σε μια πιο βιώσιμη κατεύθυνση, συνδέοντας τα με όρους και δείκτες για το περιβάλλον, την ανάπτυξη και την απασχόληση. Και τελικά, τα λεφτά αυτά να έχουν αποτύπωμα για τα πλατιά κοινωνικά στρώματα που τόσο έχουν πιεστεί όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης.
28/07/2021
Για το νομοσχέδιο της Κυβέρνησης και τις αλλαγές στην εκπαίδευση:
Εμείς χθες στη Βουλή, κάναμε λόγο για μια ακόμα χαμένη ευκαιρία, γιατί αντί για την αναγκαία μεταρρύθμιση που προφανώς χρειάζεται ο χώρος της εκπαίδευσης, ειδικά στην εποχή της ψηφιακής επανάστασης που θα μπορούσε να ενισχύσει την προοπτική ίσων ευκαιριών για όλους τους νέους, την καινοτομία και το ανοιχτό πνεύμα, η κυβέρνηση κάνει ακριβώς το αντίθετο, αναδιαμορφώνοντας ξανά μόνο το σύστημα διοίκησης της εκπαίδευσης και προωθώντας ένα αφυκτικό και αυταρχικό πλαίσιο διοίκησης.
Τα στελέχη της εκπαίδευσης πολλαπλασιάζονται και μάλιστα επιλέγονται με κομματικό έλεγχο, είδαμε να εισάγονται νέοι όροι διοικητικού υπερσυγκεντρωτισμού, είδαμε να αίρεται ο συλλογικός ρόλος των συλλόγων διδασκόντων, και μάλιστα με την προτεινομένη διαμόρφωση των Σχολικών Συμβουλίων φαίνεται πως το σχολείο δεν έχει καν, πλέον, την ευθύνη της λειτουργίας και των αποφάσεων του.
Σε όλα αυτά ταχθήκαμε απέναντι. Βάλαμε όμως έναν μεγάλο αστερίσκο. Γιατί όταν λέμε, ότι είμαστε υπέρ της αξιολόγησης το εννοούμε και στην πράξη. Εμείς όμως πάμε και ένα βήμα παραπέρα, και όταν μιλάμε για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, μαζί με αυτό θέτουμε και την ανάγκη για αξιολόγηση των δομών, των προγραμμάτων και των στελεχών της εκπαίδευσης, με στόχο να δημιουργήσουμε μια κουλτούρα αξιολόγησης που θα στοχεύει στο να βελτιωθεί συνολικά η σχολική λειτουργία.
Το πρόβλημα είναι ότι το χθεσινό νομοσχέδιο ήταν απλά άλλο ένα κερασάκι στην τούρτα της απαξίωσης του δημόσιου σχολείου και της δημόσιας εκπαίδευσης. Είδαμε, ότι δεν υπήρχε κανένα ουσιαστικό μέτρο για να μείνουν ανοιχτά τα σχολεία, η κυβέρνηση ανακοίνωνε απλά το άνοιγμα και το κλείσιμο τους δημιουργώντας τεράστιες ανισότητες και μαθησιακά «κενά». Επέστρεψαν αναχρονιστικές αντιλήψεις όπως η επαναφορά της αναγραφής της διαγωγής των μαθητών στα απολυτήρια. Είδαμε ότι με την αυταρχική αντιμετώπιση των εκπαιδευτικών τα Υπηρεσιακά Συμβούλια λειτουργούν χωρίς τη συμμετοχή των εκλεγμένων εκπροσώπων τους. Και το πιο σημαντικό είναι ότι εξίσωσαν τα πτυχία των Κολλεγίων με τα Πανεπιστήμια και τα Πολυτεχνεία, υποβάθμισαν την επαγγελματική εκπαίδευση και με την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής άφησαν 20.000 μαθητές εκτός πανεπιστημίων. Δημιούργησαν έτσι μια τεχνητή πελατεία στα ιδιωτικά πανεπιστήμια και τεράστιες στρεβλώσεις που αφορούν ακόμα και τους αριστούχους, που μπορεί να πετύχουν σε πιο υψηλόβαθμες σχολές από αυτή της επιλογής τους, και τελικά όχι σε αυτήν.
Εμείς λοιπόν προτείνουμε, άμεση αναστολή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής για φέτος. Και θέσαμε και στην Βουλή την πρόταση μας για το Εθνικό Ενιαίο Απολυτήριο, το οποίο ουσιαστικά διευρύνει το εύρος του ελέγχου και της αξιολόγησης του μαθητή και στην Β’ Λυκείου, αποσύρει τον χαρακτήρα του εξεταστικού κέντρου από την Γ’ Λυκείου, και δίνει τη δυνατότητα στα Πανεπιστήμια να καθορίζουν τα κριτήρια εισαγωγής των μαθητών σε κάθε μία από τις σχολές και τα τμήματα τους.
Τέλος, το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της εκπαίδευσης δεν μπορεί να αλλάζει κάθε δύο και τρία χρόνια, ανάλογα με τις επιλογές και αποφάσεις της κάθε κυβέρνησης. Πρέπει να υπάρχει μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, ο οποίος προϋποθέτει ουσιαστικό διάλογο και κοινοβουλευτικά, αλλά και με την εκπαιδευτική κοινότητα, και τη διεκδίκηση ευρύτερων συναινέσεων ώστε να καταλήγει σε μοντέλα κοινά αποδεκτά από όλους.
21/07/2021
Για την αύξηση των κρουσμάτων και την έξαρση της πανδημίας του κορωνοϊού:
Η χθεσινή επιδημιολογική εικόνα δείχνει ότι είμαστε ξανά στο επίκεντρο μιας νέας έξαρσης της πανδημίας με 3.500 κρούσματα. Είναι σημαντικό ότι η πίεση στο σύστημα υγείας είναι σε χαμηλά επίπεδα, αλλά το γεγονός ότι στη χώρα μας ειδικά σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη βρισκόμαστε σε σχετικά χαμηλά ποσοστά διπλού εμβολιασμού, περίπου στο 45%, καταδεικνύει ότι έχουμε ακόμα αρκετό δρόμο μπροστά μας. Αυτό το λέω, διότι στην αρχή του καλοκαιριού εκπέμφθηκαν μηνύματα από κυβερνητικούς αξιωματούχους που καλλιέργησαν τη χαλαρότητα και τον εφησυχασμό. Και τώρα που αρχίζουμε να αναδιπλωνόμαστε αποδεικνύεται ξανά πως σερνόμαστε πίσω από την πανδημία αντί να προβλέπουμε τις εξελίξεις.
Σχετικά με την υποχρεωτικότητα των εμβολιασμών:
Είμασταν οι πρώτοι που τον περασμένο Μάιο κάναμε λόγο για την ανάγκη υποχρεωτικού εμβολιασμού σε όλους τους υγειονομικούς, γιατρούς, νοσηλευτές και διοικητικό προσωπικό και όλους όσους έρχονται σε επαφή με ευπαθείς ομάδες, γηροκομεία, και δομές πρόνοιας. Αυτό που εισπράξαμε από τη Κυβέρνηση τότε ήταν ότι από «Σεπτέμβρη και βλέπουμε». Καλώς πάρθηκαν τα μέτρα από τη Κυβέρνηση, αλλά χάθηκε πολύτιμος χρόνος.
Για την ανάγκη επιτήρησης της εφαρμογής των μέτρων:
Πρέπει να υπάρχουν μέτρα, κίνητρα, αντικίνητρα, και πρέπει όλοι μαζί συντεταγμένα και ενιαία να πείσουμε τον κόσμο να εμβολιαστεί, ως απόφαση συλλογικής συνείδησης και ευθύνης και όχι ως μορφή εξαγοράς.
Αλλά το σημαντικότερο από όλα, είναι η εφαρμογή των μέτρων. Το παράδειγμα της Μυκόνου, όπου πάνω από το 90% των μόνιμων κατοίκων είναι εμβολιασμένοι, και υποτίθεται ότι απαιτείται και πιστοποιητικό εμβολιασμού, νόσησης ή αρνητικού PCR ή rapid test σε αυτούς που πάνε στο νησί, με τη διασπορά να είναι μεγάλη ενώ θα έπρεπε να είναι μηδενική, είναι ενδεικτικό της έλλειψης απαιτούμενων ελέγχων, κυρίως στα μέσα μεταφοράς προς το νησί. Είναι πολύ κρίσιμο, στην καρδιά του τουρισμού, να διαφυλάξουμε τα νησιά μας και την οικονομική τους προοπτική.